Τουρκικά (tr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

balık < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική بالق (balık)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ονομαστική balık balıklar
γενική balığın balıkların
δοτική balığa balıklara
αιτιατική balığı balıkları
τοπική balıkta balıklarda
αφαιρετική balıktan balıklardan

balık (tr)

balık var mı? - έχετε ψάρι;
onlar balık tutmak istiyorlar - αυτοί θέλουν να πάρουν ψάρι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία