Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

arc (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

arc < λατινική arcus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

arc 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
arc arcs

arc (fr) αρσενικό

  Ετυμολογία Επεξεργασία

arc < από τα αρχικά των λέξεων: Aids Related Complex

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

arc (fr) αρσενικό άκλιτο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία