Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

accession < λατινική accessio < accedo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

accession (en)

  1. η προσχώρηση (π.χ. σε μια ένωση κρατών, μια συμμαχία κλπ)
  2. η προσθήκη (π.χ. σε μια συλλογή, ένα αρχείο, μία αποθήκη υλικού κλπ)
  3. η ανάρρηση (στο θρόνο, στην εξουσία)
  4. η αύξηση, το μεγάλωμα (πχ.χ μιας περιουσίας ή των εδαφών ενός κράτους
  5. η εμφάνιση μιας αρρώστιας

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ak.sɛ.sjɔ̃/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
accession accessions

accession (fr) θηλυκό