Ετυμολογία

επεξεργασία
abaissement < abaisser

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /a.bɛ.smɑ̃/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
abaissement abaissements

abaissement (fr) αρσενικό

  1. το κατέβασμα, το χαμήλωμα
  2. η υποτίμηση
  3. (μεταφορικά) ο εξευτελισμός
  4. (θρησκεία) η ταπείνωση

Συγγενικά

επεξεργασία