Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φύομαι < αρχαία ελληνική φύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φύομαι

  1. φυτρώνω (σύνηθες πια μόνον στο τρίτο πρόσωπο (φύεται) με αναφορά στο περιβάλλον στο οποίο κάτι απαντά στη φύση χωρίς ανθρώπινες παρεμβάσεις)
    αυτό το είδος φύεται στην ανατολική Μεσόγειο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία