Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρώγομαι < παθητική φωνή του ρήματος τρώω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τρώγομαι

  1. (για φαγητό) είμαι κατάλληλος για τροφή
    οι καρποί συτού του άγνωστου δέντρου φαίνονταν ωραίοι αλλά δεν ξέραμε αν τρώγονται
    • είμαι αρκετά (όχι όμως πάρα πολύ) νόστιμος
      Το φαγητό του δεν είναι κάτι το εξαιρετικό αλλά τρώγεται
  2. με βασανίζει εσωτερικά κάτι
    αυτός ο άνθρωπος δεν ξέρει τι θέλει, όλο τρώγεται με τα ρούχα του
  3. (αλληλοπαθητικό) βρίσκομαι σε κατάσταση διαρκούς αντιδικίας
    ειναι θλιβερό να βλέπεις αυτά τ' αδέρφια να τρώγονται διαρκώς μεταξύ τους

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία