Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρεκόρ < αγγλική record ή γαλλική record

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾɛ.ˈkɔ.ɾ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρεκόρ ουδέτερο άκλιτο

  1. η επίδοση ενός αθλητή ή μιας ομάδας η οποία, εφόσον έχει καταγραφεί επίσημα, ξεπερνά τις προηγούμενες επιδόσεις στο ίδιο άθλημα
  2. η υψηλότερη επίδοση μιας τιμής που καταρρίπτει όλες τις προηγούμενες

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κατέχω το ρεκόρ : έχω σημειώσει την καλύτερη μέχρι τώρα επίδοση
  • σπάω ένα ρεκόρ : καταρρίπτω προηγούμενες επιδόσεις

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία