Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρωθύστερο τα πρωθύστερα
      γενική του πρωθύστερου των πρωθύστερων
    αιτιατική το πρωθύστερο τα πρωθύστερα
     κλητική πρωθύστερο πρωθύστερα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωθύστερο < πρωθύστερος πρώτ-ο + ύστερο με τροπή του σε Θ πριν από δασυνόμενη λέξη.
επρόδωσαν την αρετή και ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι  Κώστας Καρυωτάκης

ως ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο

το προτασσόμενο αντί άλλου που ακολουθεί.

συντακτ. σχήμα λόγου, εκείνο που χρονολογικά και λογικά είναι δεύτερο «ξεντύθη ο νιος, ξεσώστηκε και στο πηγάδι μπήκε», «γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν΄αλλάξεις;»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία