Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πρωθύστερος πρωθύστερη πρωθύστερο
γενική πρωθύστερου πρωθύστερης πρωθύστερου
αιτιατική πρωθύστερο πρωθύστερη πρωθύστερο
κλητική πρωθύστερε πρωθύστερη πρωθύστερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωθύστεροι πρωθύστερες πρωθύστερα
γενική πρωθύστερων πρωθύστερων πρωθύστερων
αιτιατική πρωθύστερους πρωθύστερες πρωθύστερα
κλητική πρωθύστεροι πρωθύστερες πρωθύστερα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωθύστερος < ελληνιστική κοινή πρωθύστερος < αρχαία ελληνική πρῶτος + ὕστερος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πρωθύστερος, -η, -ο

  1. (λόγιο) που μπαίνει μπροστά ή αρχικά, ενώ θα έπρεπε να έπεται
    Στα οχτώ κεφάλαια του αφηγήματος προστίθεται κι ένα ένατο, ως επίμετρο, με πρωθύστερη χρονολογία και ετεροχρονισμένο νόημα. (*)
  2. (λογοτεχνικό) (ουσιαστικοποιημένο) πρωθύστερο: σχήμα λόγου κατά το οποίο τοποθετείται αρχικά μια έννοια ή ενέργεια που λογικά έπεται

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία