Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ πάνθειος τὸ πάνθειον οἱ, αἱ πάνθειοι τὰ πάνθεια
Γενική τοῦ, τῆς πανθείου τοῦ πανθείου τῶν πανθείων τῶν πανθείων
Δοτική τῷ, τῇ πανθείῳ τῷ πανθείῳ τοῖς, ταῖς πανθείοις τοῖς πανθείοις
Αιτιατική τὸν, τὴν πάνθειον τὸ πάνθειον τοὺς, τὰς πανθείους τὰ πάνθεια
Κλητική πάνθειε πάνθειον πάνθειοι πάνθεια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πανθείω
Γενική-Δοτική πανθείοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάνθειος < πᾶς + θεῖος < θεός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πάνθειος, -ος, -ον

  1. (θρησκεία) που έχει σχέση με όλους τους θεούς, αναφέρεται σ’ αυτούς ή τους περιλαμβάνει
  2. (θρησκεία) που είναι κοινός για όλους τους θεούς
  3. (ουσιαστικοποιημένο) (θρησκεία) πάνθειον / Πάνθειον & (ελληνιστική κοινή) πάνθεον / Πάνθεον
    1. όλοι οι θεοί ως σύνολο
    2. ναός αφιερωμένος σε όλους τους θεούς

  ΠηγέςΕπεξεργασία