Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νωθρά < νωθρός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

νωθρά

  1. αργά και τεμπέλικα
  2. (για σκέψη) αποφεύγοντας περίπλοκους συλλογισμούς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

νωθρά