Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

ντάμπινγκ < (λόγιο δάνειο) αγγλική dumping

  Προφορά 1Επεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈdam.piŋɡ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντάμπινγκ και ντάμπιγκ ουδέτερο

  1. (οικονομία) η εξαγωγή και πώληση προϊόντων σε τιμή χαμηλότερη (ή ακόμη και κάτω του κόστους) από ό,τι στην εγχώρια αγορά ή σε διεθνές επίπεδα με σκοπό την εκμηδένιση των ανταγωνιστών
    ※  Η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει συγκεκριμένους Κανονισμούς σχετικά με τα Μέτρα Προστασίας του Εμπορίου τα οποία αφορούν την "άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων" καθώς και "μέτρα διασφάλισης".
    mcit.gov.cy Κυπριακή Δημοκρατία, Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, 2013]
  2. (ιατρική) τα συμπτώματα (ναυτία, διάρροια, αίσθημα αδυναμίας) που παρουσιάζουν, λίγο μετά το φαγητό, άτομα που έχουν υποβληθεί σε γαστρεκτομή· οφείλονται συνήθως στην απότομη κένωση του στομάχου
  3. η αντιγραφή κασέτας ή δίσκου με ήχο ή εικόνες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

ντάμπινγκ < (λόγιο δάνειο) αγγλική dubbing

  Προφορά 2Επεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈda.biŋɡ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ντάμπινγκ άκλιτο

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Συνήθως οι λέξεις γράφονται απευθείας στα αγγλικά.