Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

νιρβάνα < (άμεσο δάνειο) αγγλική nirvana < σανσκριτική निर्वाण (nirvāna, σβέση φλόγας)

  Ουσιαστικό επεξεργασία

νιρβάνα θηλυκό άκλιτο

  1. (βουδισμός) κατάσταση εξάλειψης του πόνου λόγω παύσης του κύκλου αναγεννήσεων, εκμηδενισμός της ατομικότητας του είναι και ταύτιση με το όλον
  2. (συνεκδοχικά) πνευματική κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος νιώθει απόλυτη ηρεμία και γαλήνη

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία