Arrows blue.png Δείτε επίσης: μερίζω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

μείρομαι παίρνω μερίδιο, συμμετέχω

ρ. αποθετικό και εύχρηστο μόνο στο γ΄εν του πρκ και υπερσ. και η μετοχή εἱμαρμένος.

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία