Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογιάζω < λόγος + -ιάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

λογιάζω

  1. (λαϊκότροπο) θεωρώ
  2. (λαϊκότροπο) υπολογίζω, λογαριάζω
  3. (λαϊκότροπο) σκέφτομαι
  4. (λαϊκότροπο) σχεδιάζω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία