Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κληρονομώ < αρχαία ελληνική κληρονομῶ < κλῆρος + νέμω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κληρονομώ

  1. αποκτώ περιουσιακό στοιχείο (μια κληρονομιά) που μου άφησε μετά το θάνατό του κάποιος συγγενής μου
  2. έχω κάτι πολύτιμο που μου άφησαν οι παλιότερες γενιές και φέρω την ηθική ευθύνη για τη διαφύλαξή του


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία