Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαλώνω < ζαλ-ιά + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζαλώνω, πρτ.: ζάλωνα, στ.μέλλ.: θα ζαλώσω, αόρ.: ζάλωσα, παθ.φωνή: ζαλώνομαι, μτχ.π.π.: ζαλωμένος

  1. προσαρμόζω ένα φορτίο στους ώμους κάποιου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία