Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαλικώνω < ζαλίκι + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζαλικώνω

  1. φορτώνω στους ώμους κάποιου ένα φορτίο
     συνώνυμα: φορτώνω, ζαλώνω
  2. (μεταφορικά) αγγαρεύω κάποιον να κάνει μια δυσάρεστη δουλειά
     συνώνυμα: φορτώνω, επιφορτίζω, αγγαρεύω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία