Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

< αρχ. υπερσ. (γ' εν.) πέπρωτο με προσθήκη “αύξησης” ε- κατά τους άλλους υπερσ.

Πρότυπο:~Επεξεργασία

  • ήταν πεπρωμένο
Επέπρωτο να τον ξαναδώ μέσα στο φέρετρο.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

χρησιμοποιείται συχνά με "να", "που" κτλ. - επέπρωτο να ..., ...