Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελληνο- < αρχαία ελληνική Ἕλλην

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

ελληνο- ή ελληνό-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει μερική καταγωγή από την Ελλάδα μαζί με κάποια άλλη χώρα
    Η μητέρα της είναι από την Ελλάδα κι ο πατέρας της από την Αμερική. Οπότε είναι Ελληνοαμερικάνα.
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει την ελληνική φύση μιας έννοιας ή ενός αντικειμένου
    ελληνοχριστιανός, ελληνόγλωσσος, ελληνόπουλο

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  1. Ελληνική καταγωγή
  2. Ελληνική φύση