Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβέβαια < αβέβαιος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αβέβαια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αβέβαια

  1. αβέβαιο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού