ενεστώτας wreak
γ΄ ενικό ενεστώτα wreaks
αόριστος wreaked, wrought
παθητική μετοχή wreaked, wrought
ενεργητική μετοχή wreaking

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ɹiːk/
ομόηχο: reek

wreak (en)