Δείτε επίσης: Vampir

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vampire (en)

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

vampire < (άμεσο δάνειο) γερμανική Vampir < σερβική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɑ̃ .piʁ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
vampire vampires

vampire (fr) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία