Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

together (en)

  1. μαζί (συγχρόνως)
  2. μαζί (στο ίδιο μέρος)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία