Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tangent (en)

  1. (μαθηματικά) η εφαπτομένη
  2. ασύνδετη, εκτός θέματος, παρεκκλίνουσα αναφορά, -ες
    • απότομη αλλαγή θέματος
    • (ψυχιατρική) ασυνάρτητη σκέψη (πχ. ροή σκέψης σχιζοφρενούς· δύναται κατόπιν συζητήσεως να προκύψει κάποια εξήγηση-σενάριο συσχέτισης των αλληλουχικών μεταβάσεων της σκέψης, όμως δεν προκύπτει λογική αιτιακή σκέψη μα συσσωρευμένες μεταβάσεις που προκύπτουν από μη καίρια χαρακτηριστικά των λέξεων πχ. όμοια κατάληξη λέξης ή αίσθηση ότι μια λέξη θυμίζει άλλη, όμοιο συναίσθημα σε σχέση με λέξη, κατακερματισμένη ανάμιξη αφηγήσεων και συσχετίσεων δευτερογενών χαρακτηριστικών λέξεων, νοημάτων, συναισθημάτων, νοερών εικόνων/φαντασίας κτλ.)
  3. (μουσική) γλωσσίδι που χτυπά τις χορδές σε παλαιά πληκτροφόρα μουσικά όργανα, όπως το κλάβικορντ

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tangent tangents
θηλυκό tangente tangentes

tangent (fr)

  1. εφαπτόμενος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία