Βασκικά (eu) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sexualitate (eu)



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sexualitate (ro) θηλυκό

  1. η σεξουαλικότητα

ΚλίσηΕπεξεργασία