ενεστώτας penetrate
γ΄ ενικό ενεστώτα penetrates
αόριστος penetrated
παθητική μετοχή penetrated
ενεργητική μετοχή penetrating

penetrate (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) διεισδύω, περνάω από κάτι
    They penetrated deep into the jungle.
    Διείσδυσαν βαθιά μέσα στη ζούγκλα.
    The rain penetrated right through my coat.
    Η βροχή πέρασε το πλατό μου.
  2. (μεταβατικό) διεισδύω, πετυχαίνω να μπω σε οργάνωση, ειδικά όταν είναι δύσκολο
    Enemy agents have penetrated our department.
    Πράκτορες του εχθρού έχουν διείσδυσε στην υπηρεσία μας.
  3. (μεταβατικό) διαπερνάω, μπορώ να δω κάτι
    Our eyes couldn’t penetrate the darkness.
    Τα μάτια μας δεν μπορούσαν να διαπεράσουν το σκοτάδι.