Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
peer peers

peer (en)

  1. κάποιος που βρίσκεται στο ίδιο κοινωνικό ή επαγγελματικό επίπεδο με άλλους
  2. ευγενής με κληρονομικό τίτλο
  3. ομότιμος



Αφρικάανς (af)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

peer (af)



Ολλανδικά (nl)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

peer (nl)