Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. απαυδώ, καταβάλλω, διαλύω, επιβαρύνω, κυριεύω ψυχικά
  2. προκαλώ το δέος
  3. πέφτω πολύς (μη διαχειρίσιμος) για κάποιον (όντας άνθρωπος, ζώο, πράγμα ή κατάσταση)
  4. συνταράσσω, συνταράζω, κλονίζω, συγκλονίζω
  5. καταπλακώνω, θάβω, πνίγω, πλημμυρίζω, κατακλύζω