Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

oiseau < λατινική aucellus < avicellus < avis

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /wa.zo/
oiseau 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
oiseau oiseaux

oiseau (fr) αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • à vol d'oiseau - λέγεται για απευθείας αποστάσεις, δηλαδή σαν να πήγαινε κάποιος πετώντας