Δείτε επίσης: m'amie

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. mamie < ma amie, παλαιότερη μορφή του mon amie
  2. mamie < αγγλική mammy (μαμά)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ma.mi/

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

mamie (fr) και m'amie θηλυκό

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

mamie (fr) και mammy θηλυκό

  1. (οικείο) γιαγιά, γιαγιάκα
     συνώνυμα: bonne-maman, grand-maman, mamé, mémé, mémère
  2. (κατ' επέκταση) γριά γυναίκα

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία