Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈdʒeɪdɪd/, /ˈjā-dəd/

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

ύστερος 16ος αιώνας: jaded ( με την σημασία «επαίσχυντος, κακόφημος» ) < jade + -ed

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

jaded (en)

  1. μπουχτισμένος
  2. κουρασμένος
  3. καταπονημένος
  4. κακογερασμένος
  5. συναισθηματικά αναισθητοποιημένος
    Συνώνυμα: callous