Προφορά

επεξεργασία
 

  Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
immobile immobiles

immobile (fr) αρσενικό ή θηλυκό



  Ετυμολογία

επεξεργασία
immobile < λατινική immobilis
 

  Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
immobile immobili

immobile (it)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

immobile (it)