Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

hastily < hasty

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

hastily (en)

  • βιαστικά, με βιασύνη (συν.:quickly, fast-η λέξη fast δεν παίρνει -ly, όπως οι υπόλοιπες λέξεις)