Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

halle < (άμεσο δάνειο) γερμανική Halle (ίδια έννοια)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /al/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

halle (fr) θηλυκό

  1. υπόστεγο, συνήθως κλειστό και καλυμμένο, που χρησιμεύει για την αποθήκευση και την πώληση χρήσιμων αντικειμένων, σε μεγάλες ποσότητες, συχνά για τον εφοδιασμό των καταστημάτων
     συνώνυμα: marché
  2. (τεχνολογία) εργαστήρι όπου λιώνουν γυαλί
  3. (μεταφορικά) Langage des halles. Λέγεται για κάθε χυδαίο, αγενές, άσεμνο λεξιλόγιο

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία