Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈeɪ.l̩/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ale ales

ale (pl)

  1. είδος βαριάς μπύρας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈalɛ/
ale 

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

ale (pl)

  1. αλλά

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

ale (pl)

  1. φανερώνει θαυμασμό
    Ale ta dziewczyna ma zgrabne nogi! - (Ο! αυτή η κοπέλα έχει λεπτά πόδια!) Τι λεπτά πόδια έχει αυτή η κοπέλα!
    συνώνυμα: ależ



Τσεχικά (cs) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ale 

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

ale (pl)

  1. αλλά