Αγγλικά (en) Επεξεργασία

 
eye

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

eye (en)

  1. το μάτι
  2. το φύτρο, ο φυτικός οφθαλμός


Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  • aye (αρχαιοπρεπές: ναι)