Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

day (en) (πληθυντικός: days)

  1. μέρα, ημέρα
    day by day:από μέρα σε μέρα (βλέπε και οσημέραι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία