Αγγλικά (en)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
damper dampers

  Ετυμολογία Επεξεργασία

damper < damp + -er

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

damper (en)

  • συγκριτικός βαθμός του damp

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

damper (en)

  1. αμορτισέρ
  2. κάτι που χαλάει τη διάθεση
  3. (μουσική) η σουρντίνα (πεντάλ στο πιάνο)
  4. αποσβεστήρας ταλάντωσης