Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cure (en)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cure (en)




Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cure (fr)

  1. θεραπεία
    Il a subi une cure longue et coûteuse : υπέστη μακρά και ακριβή θεραπεία
  2. δίαιτα (διατροφή με ένα συγκεριμένο είδος)
  3. ενορία
  4. η διαμονή του ενοριακού ιερέα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία