Δείτε επίσης: curé

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
cure cures

cure (en)

  • η θεραπεία, η γιατρειά, η πλήρης αποκατάσταση της υγείας ή διόρθωση μιας ανωμαλίας του σώματος
    a disease without a cure - αρρώστια που δεν επιδέχεται θεραπεία
    Medicine is fighting for the cure for cancer.
    Η ιατρική μάχεται για τη θεραπεία/γιατρειά του καρκίνου.
ενεστώτας cure
γ΄ ενικό ενεστώτα cures
αόριστος cured
παθητική μετοχή cured
ενεργητική μετοχή curing

cure (en)

  1. θεραπεύω, γιατρεύω, απαλλάσσω έναν άνθρωπο ή ένα ζώο από μια ασθένεια
    The doctor cured him of the ulcer.
    Ο γιατρός τον θεράπευσε από το έλκος.
    I was cured in a month.
    Θεραπεύτηκα σ' ένα μήνα.
    He came out of the hospital cured and healthy as before.
    Βγήκε από το νοσοκομείο θεραπευμένος και υγιής όπως πριν.
    No doctor could cure me.
    Κανένας γιατρός δεν μπόρεσε να με γιατρέψει.
  2. θεραπεύω, καταπολεμώ μια ασθένεια
    Modern medicine cures diseases which were once considered incurable.
    Η σύγχρονη ιατρική θεραπεύει αρρώστιες που κάποτε τις θεωρούσαν ανίατες.
  3. θεραπεύω, αντιμετωπίζω κάτι
    The financial needs of this municipality can’t be cured without a generous subsidy.
    Οι οικονομικές ανάγκες του δήμου δε θεραπεύονται χωρίς γενναία επιχορήγηση.
    We need to cure the evil (e.g., terrorism, drugs) before it takes on great proportions.
    Πρέπει να θεραπεύσουμε το κακό (π.χ. τρομοκρατία, ναρκωτικά), πριν πάρει μεγάλες διαστάσεις.
  4. γιατρεύω, σταματώ κάποιον από το να συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ειδικά έναν τρόπο που είναι κακός ή ενοχλητικός
    He can’t be cured of his obsession.
    Δεν μπορεί να γιατρευτεί από το πάθος του.
  5. αλατίζω, επεξεργάζομαι το φαγητό ή τον καπνό με αλάτι, ζέστη κτλ. για να το συντηρήσω
    They split the fish, cure them, and then leave them to dry in the sun.
    Σκίζουν τα ψάρια, τ΄ αλατίζουν και μετά τ΄ αφήνουν να ξεραθούν στον ήλιο.
    The villagers kept the cured pork in clay pots.
    Οι χωρικοί διατηρούσαν το αλατισμένο χοιρινό σε πήλινα δοχεία.



  Ουσιαστικό

επεξεργασία

cure (fr)

  1. θεραπεία
    Il a subi une cure longue et coûteuse : υπέστη μακρά και ακριβή θεραπεία
  2. δίαιτα (διατροφή με ένα συγκεριμένο είδος)
  3. ενορία
  4. η διαμονή του ενοριακού ιερέα

Συγγενικά

επεξεργασία