Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

crane (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

crane (en)

  • ανεβάζω ή κατεβάζω κάτι (σαν) με γερανό