Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

corda < λατινική chorda

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
corda corde

corda (it)

  1. σκοινί
 συνώνυμα: cima, cavo, filo, lazo, spago




Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

corda (la)

  1. πληθυντικός του cor