Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
cima cime

cima (it)

  1. κορυφή, λόφος
  2. ναυτικό σκοινί



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cima cimas

cima (pt) θηλυκό

  1. η κορυφή

ΕκφράσειςΕπεξεργασία