Ετυμολογία

επεξεργασία

continuum < λατινική continuum

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /kɔ̃.ti.ny.ɔm/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
continuum continuums

continuum (fr) αρσενικό