Λατινικά (la)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

circa < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kwel<circum

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

circa και c.

  1. περίπου
  2. (στις χρονολογίες) «περί το...», «γύρω στο...»

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Συντάσσεται με αιτιατική.
Συχνά αναγράφεται - ειδικά σε άλλες γλώσσες - c. ή ca. και ca

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρησιμοποιείται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες σε σχέση με μια ημερομηνία, στη γενεαλογία και ιστορική γραφή, όταν δεν είναι γνωστές με ακρίβεια οι ημερομηνές των γεγονότων.



Ρουμανικά (ro)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

circa (ro)