Αγγλικά (en) επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
charity charities

  Ουσιαστικό επεξεργασία

charity (en)

  1. το φιλανθρωπικό ίδρυμα
    He left all his money to charities.
    Άφησε όλα του τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα.
  2. (μη μετρήσιμο) η φιλανθρωπία, μια ομάδα οργανώσεων για τη βοήθεια ατόμων που έχουν ανάγκη· τα χρήματα, τα τρόφιμα, τη βοήθεια κτλ. που δίνουν
    He has done a lot of charity in his life.
    Έχει κάνει πολλές φιλανθρωπίες στη ζωή του.
    Social welfare must be undertaken by the state and not left to charity.
    Η κοινωνική μέριμνα πρέπει να αναλαμβάνεται από την πολιτεία κι όχι να αφήνεται στη φιλανθρωπία.

  Πηγές επεξεργασία