Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

cardinal (en)

  1. θεμελιώδης
    one of the cardinal features of the society
  2. που αναφέρεται στα 4 σημεία του ορίζοντα
  3. (για αριθμούς) φυσικός, ακέραιος
  4. (μαθηματικά) πληθικός
  5. με ζωηρό κόκκινο χρώμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cardinal (en)

  1. φυσικός ακέραιος αριθμός
  2. (μαθηματικά) πληθικός αριθμός
  3. καρδινάλιος
  4. είδος πουλιού
  5. απόχρωση του κόκκινου
    cardinal (χρώμα):   

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

cardinal (fr)

  1. (μαθηματικά) απόλυτος, πληθικός

ΑντώνυμοιΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cardinal cardinaux

cardinal (fr) αρσενικό

  1. ο καρδινάλιος