Αγγλικά (en) Επεξεργασία

παραθετικά
θετικός awkward
συγκριτικός more awkward
υπερθετικός most awkward

  Ετυμολογία Επεξεργασία

awkward < awk + -ward

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɔːk.wəd/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /ˈɔk.wɚd/ (ΗΠΑ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

awkward (en)

  • αδέξιος στις κινήσεις ή στη συμπεριφορά
    The penguin is awkward on land but an amazing swimmer in the water.
    Ο πιγκουίνος είναι αδέξιος στη ξηρά αλλά θαυμάσιος κολυμβητής στο νερό.
  • άβολος, αμήχανος
    Things were a bit awkward at the party when her ex-boyfriend showed up.
    Ήταν λίγο άβολα τα πράγματα στο πάρτι όταν εμφανίστηκε το πρώην αγόρι της.

ΣύνθεταΕπεξεργασία