Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
avers avers

avers (fr) αρσενικό

  1. το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ανάγλυφο ένα σχέδιο, ένα πρόσωπο, η « κορόνα »
     συνώνυμα: face, effigie
     αντώνυμα: revers, pile