Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό appelé appelés
θηλυκό appelée appelées

appelé (fr)

  1. καλεσμένος, προσκεκλημένος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
appelé appelés

appelé (fr) αρσενικό

  1. φαντάρος, στρατιώτης, αυτός που κλήθηκε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: appeler